evZin: τα φιλιά του Αυγούστου

w1

Κατηφορίζαμε με το πρώτο φως, περπατώντας παράλληλα. Απ’ τη μια εμείς, ξυπόλυτοι, με τα χέρια στις τσέπες, σφυρίζοντας και κλωτσώντας πέτρες και από την άλλη αυτές, πιασμένες χέρι-χέρι, με πλεξούδες και φρεσκοπλυμένα λουλουδένια φορέματα που μύριζαν μαμά.

Τότε βαλίτσες, ακτοπλοϊκά, μαϊλς εντ μπόνους ήταν πράματα ακαταλαβίστικα, χωρίς ιδιαίτερο νόημα. Όχι πως μας ένοιαζε να καταλάβουμε δηλαδή. Tο εισιτήριο διαρκείας για την πυλωτή και το χωράφι του απέναντι στενού ερχότανε τυπωμένο σε κάθε καλοκαίρι κι αυτό μας έφτανε, αυτό περιμέναμε. Μη φανταστείς ομηρικές διαδρομές, είκοσι-τριάντα βήματα όλα κι όλα. Εκεί ήταν το νησί μας, η απόδραση μας.

Αυτές έπαιρναν θέση ήσυχες στο πεζούλι της πυλωτής, χτενίζοντας ξανθές πλαστικές κούκλες και παρατηρώντας μας με κλεφτές ματιές να πασχίζουμε να τις εντυπωσιάσουμε πηδώντας φράκτες και κάνοντας τσαλίμια με την μπάλα: κοσιένα, κοσιδύο, κοσοχτώ, σχεδόν σαράντα, μια φτηνή δικαιολογία και πάλι απ’ την αρχή. Αργότερα – όταν βαριόντουσαν την ατέρμονη παράσταση μας – σηκώνονταν, τέντωναν το λάστιχο και σε -σαν μαθηματικά υπολογισμένο- σχηματισμό χοροπηδούσαν εκστασιασμένες. Ανοιχτόχρωμα φορέματα που χόρευαν με αφελή και συνάμα ατίθαση ανεμελιά στο χώρο και άσπρα αλαβάστρινα λεπτά πόδια να ξεπροβάλλουν και να συλλαμβάνονται από τις δικές μας κλεφτές ματιές την ώρα της προσγείωσης, βάζοντας φωτιά στα σωθικά και τις αισθήσεις μας.

Ο κόσμος της πυλωτής και ο κόσμος του χωραφιού, χωρισμένοι από ένα τσιμεντένιο πεζούλι, που οι φωνές, τα γέλια, οι διασταυρούμενες ματιές και η διάχυτη αθωότητα στην ατμόσφαιρα τους ένωναν, συνθέτοντας ένα ολόκληρο σύμπαν, το Σύμπαν μας.

Μόνο όταν σουρούπωνε και κινούσαμε προς τη θάλασσα σμίγαμε και γινόμασταν ένα πια. Καθόμασταν στην άμμο αγκαλιάζοντας τα γόνατα, λέγοντας ιστορίες και ονειροπολώντας: “εγώ θα φύγω για το γύρο του κόσμου”, “εγώ θα κυνηγάω κακούς”, “εγώ θα κάνω δύο αγόρια και ένα κορίτσι”, “εγώ θα αγοράσω μια μεγάλη μηχανή”, “εγώ θα σχεδιάζω σπίτια”, “εγώ θα παντρευτώ ένα καλό παιδί”, “εγώ μόνο από έρωτα”, “εγώ θα γίνω μάγκας”, “εγώ αρχόντισσα”, “εγώ θα μάθω όλα τα αστέρια”,  “εγώ θα έρθω να σε βρω όπου και να ‘σαι”, “εγώ θα σε φροντίζω όπου και να σαι”, “εγώ θα γίνω εσύ..”, “‘άραγε εσύ μπορείς να γίνεις εγώ..;”. Πιανόμασταν χέρια και τρέχαμε μεθυσμένοι μεσ’ το νερό…

Κάποια στιγμή, πάνω στο παιγνίδι,  αυτές – σαν συμφωνημένες μεταξύ τους και με τη φύση τους – έκαναν πως πνιγόντουσαν. Ωραία τα κόλπα με την μπάλα σκέφτονταν, για να σας δούμε τώρα. Κι εμείς ακολουθούσαμε, κολυμπούσαμε προς το μέρος τους. Μόνο που όταν τις πλησιάζαμε σε απόσταση αναπνοής, κουνούσαν χέρια-πόδια λέγοντας “χα! δες! μια χαρά τα καταφέρνω και μόνη μου!”. Άμαθοι ακόμα νιώθαμε το κόμπιασμα κάτω απ´ το νερό και την αυτοπεποίθηση μας να μάχεται να μπαλανσάρει με τους νόμους της άνωσης. Που να καταλάβουμε ότι αυτό δεν ήτανε παιγνίδι, δοκιμασία για πρόσληψη καπετάνιου ήτανε. Αργότερα, χρόνια μετά συνειδητοποιήσαμε όχι μόνο το παιγνίδι αλλά και αυτή την παράξενη συνήθεια να δίνει ο κόσμος στα καράβια γυναικεία ονόματα.

Το βράδυ αποκαμωμένοι πέρναμε το δρόμο της επιστροφής, γεμάτοι αλμύρα και με κατάμαυρες πατούσες, κουβαλώντας σε κάθε ίχνος του κορμιού μας την γλυκιά κούραση της μέρας. Χωρίζαμε στα σταυροδρόμια της γειτονιάς ανανεώνοντας το παιγνίδι μας για αύριο. Εμείς κλείναμε τα μάτια και σκεφτόμασταν μόνο αυτές. Αυτές έκλειναν τα μάτια και σκεφτόντουσαν μόνο εμάς..  Αυτά τα βράδια, αυτή την συγκεκριμένη ώρα, σ’ αυτή τη γειτονιά, αν στεκόσουν κάπου εκεί γύρω και αφουγκραζόσουν, μπορούσες να διακρίνεις νυσταγμένες παιδικές φωνές, σαν συγχρονισμένη χορωδία, να σιγοτραγουδούν “..ακόμα κι αν φύγεις, για το γύρο του κόσμου θα ‘σαι πάντα δικός μου..”, μέχρι να τις τυλίξει με το γαλάκτωμα του ο ύπνος.

.

§

.

Τα χρόνια της πυλωτής πέρασαν και ήρθαν τα επόμενα. Κόβω βόλτες γύρω από το χωράφι, τη δική μου αιώνια επιστροφή και σε βλέπω σε μια γωνιά να παίζεις με τα χώματα. Σε πλησιάζω μα δεν είσαι στ’ αλήθεια εκεί. Τα κορμί σου είναι αδύναμο, μουλιασμένο και παραδομένο στο έλεος μιας  θάλασσας που σου σου ‘ριξε δόλωμα δροσιά και σε παράτησε εκεί να τσακίζεσαι στα βράχια της. Σου πιάνω δειλά το χέρι και σε ξορκίζω να κουνήσεις τα πόδια σου, να μην πνιγείς, κανείς δεν πρόκειται να ‘ρθει να σε σώσει. Κολλάω το πρόσωπο μου στο παγωμένο σου μάγουλο και σου δείχνω με το δάκτυλο την πυλωτή και το χωράφι μας, διαβεβαιώνοντας σε ότι είναι ακόμα εκεί περιμένοντας μας να παίξουμε, όποιοι ακόμα αντέχουμε και για όσο αντέξουμε. Μόνο που αυτή τη φορά, θα κρεμάσουμε και μια μεγάλη και ευανάγνωστη σήμανση: «εδώ μόνο έρωτας», τώρα τίποτα δε θα εννοείται. Και οι παραβάτες δεν θα συγχωρούνται. Μα θα πυροβολούνται ακαριαία. Aπό μέσα μας.

.

 

Advertisements

4 thoughts on “evZin: τα φιλιά του Αυγούστου

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s